Χορός Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς «Ψαλτικόν Σύναγμα»

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

Γνωριμία με την... "Υμνολογία"

Γνωριμία με την... "Υμνολογία"


Η "Υμνολογία" αποτελεί έναν διαδικτυακό τόπο αφιερωμένο στην ερμηνεία των Λειτουργικών Κειμένων. Συγκεκριμένα, η ιστοσελίδα καλωσορίζει τον επισκέπτη υπογραμμίζοντας τον ρόλο της, ότι δηλαδή είναι προορισμένη να βοηθήσει την πρώτη επαφή του αναγνώστη - πιστού με τον πλούτο της υμνογραφίας. Πρόκειται για την παράθεση ερμηνείας, πλάι στο πρωτότυπο, που αφορά σε όλα τα λειτουργικά βιβλία της Λατρείας (πχ. Οκτώηχος, Μηναία, Συλλειτουργικό κ.ά.). 

Το έργο επωμίστηκε ο π. Παύλος Κοσατζής, επί σειρά ετών ιερέας της Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρήτης, αλλά και εκπαιδευτικός σε Γυμνάσια και Λύκεια της ευρύτερης περιοχής. Ο πονήσας, πέραν των άλλων, αναφέρει πως βασίστηκε σε ποια βοηθήματα και πηγές στηρίχθηκε για να φέρει το έργο του εις πέρας, ενώ διευκολύνει τους επισκέπτες επιτρέποντας τους να αντιγράψουν μέρος ή και ολόκληρη την εργασία με την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως ο λόγος ύπαρξης της εργασίας, όπως υπογραμμίζει ο π. Παύλος, δεν είναι υποκατάσταση του πρωτότυπου κειμένου κατά την τέλεση των ακολουθιών. Θα αποτελούσε παράλειψη να μην αναφερθεί πως ο π. Παύλος, αν και περί το 80ο έτος ηλικίας, ολοκλήρωσε την ερμηνευτική του εργασία, μόλις, την 11η Μαρτίου 2018.


Ο π. Παύλος Κοσατζής.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Ο Μαΐστωρ Ιωάννης Παπαδόπουλος ο Κουκουζέλης, Γρ. Στάθη

Ο Μαΐστωρ Ιωάννης Παπαδόπουλος ο Κουκουζέλης, Γρ. Στάθη (Περίληψη, Άγγ. Σέφκα)


Ο Άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης,
φορητή εικόνα ιστορηθείσα
υπό Ν. Παπαθανασίου
Ο μουσικολόγος Γρ. Στάθης διάλεξε από το βήμα της Αίθουσας Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών να εκφωνήσει, στα πλαίσια της Στ’ Μουσικολογικής Σπουδής, έναν λόγο γύρω από το πρόσωπο του μεγάλου μελουργού Ιωάννη Κουκουζέλη, εξυμνώντας, έτσι, τα μουσικά του κατορθώματα και ρίχνοντας το φως της έρευνας στις ζοφερές μυθιστορηματικές βιογραφίες.

Αρχικά, ο ομιλητής υπενθυμίζει την αγιότητα του προσώπου του Ιωάννη Κουκουζέλη και την θέσπιση της εορτής του μαζί με εκείνη του Ρωμανού του Μελωδού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αξιόπιστες έρευνες και αξιόλογη διεξαγωγή συμπερασμάτων, που δε θα προσβάλλουν την αγιότητα του. Τολμάει, μάλιστα, να καυτηριάσει τις εσφαλμένες εντυπώσεις περί καταγωγής και χρονολογικής τοποθέτησης του βίου του Μαΐστορος, προτείνοντας ως αξιόπιστη πηγή μελέτης την εργασία του A. Jakovljevic, που πάτησε στα ίχνη της διατριβής του E. Williams.

Όσον αφορά στην εποχή που έζησε ο Ιωάννης Κουκουζέλης, ο Γρ. Στάθης επισημαίνει χωρίς δισταγμό τα άτοπα συμπεράσματα προγενεστέρων του, με κυριότερο εκείνο που θέλει τον μεγάλο συνθέτη να ζει για περισσότερους από τέσσερεις αιώνες. Ο ομιλητής παραθέτει το περιεχόμενο κάποιων σημαντικών χειρογράφων που αποδεικνύουν πως ο Κουκουζέλης ήταν σύγχρονος και ομογάλακτος μουσικά του Ξένου Κορώνη και μαθήτευσαν παρά τους πόδας του Ιωάννου Γλυκέως, ο οποίος εχρημάτισε Πατριάρχης το α’ τέταρτο του 14ου αι. Μάλιστα, γνωρίζουμε, σύμφωνα με κάποιον κωδικογράφο Αθανάσιο, όπως αναφέρει ο μουσικολόγος, πως ο μεγάλος Μαΐστωρ δεν ζούσε το έτος 1341. Άλλες σημαντικές ημερομηνίες για τον μεγάλο συνθέτη είναι το 1309, που έχουμε την ιδιόχειρη υπογραφή του σε ένα Ειρμολόγιο, ενώ το 1332 εκτός από την παρουσίαση μεγάλων συνθέσεών του, όπως τα «Ανοιξαντάρια», που δείχνουν την τόλμη του να προχωρήσει σε ένα νέο είδος σύνθεσης, την «Καλοφωνία», του απονέμεται από άλλους ο τίτλος «Μαΐστωρ», δείγμα του σεβασμού και της εκτίμησης, που σίγουρα κάποιος αποκτά σε μια σχετικά ώριμη ηλικία. Οπότε, σύμφωνα με τον Γρ. Στάθη, ο Κουκουζέλης πρέπει να γεννήθηκε κάπου στην δεκαετία του 1270 και να πέθανε πριν το 1341.

Εν συνεχεία, ο ομιλητής παρουσιάζει ένα δείγμα της πληθώρας των έργων του Ιωάννου Κουκουζέλη, που δεν αφορούσε μόνο το τρίπτυχο του Εσπερινού, του Όρθρου και της Θείας Λειτουργίας, αλλά φαίνεται πως ο συνθέτης είχε διευρύνει σε μεγάλο βαθμό το φάσμα της θεματολογίας των έργων του εμπλουτίζοντας το Μαθηματάριο και το Κρατηματάριο. Άλλωστε, σύμφωνα πάντα με τον μουσικολόγο Γρ. Στάθη, ήταν αυτός που εξύψωσε την Καλοφωνία, ακολουθώντας πιστά τον Ιωάννη τον Γλυκύ, αλλά και του προ αυτού, Νικηφόρου του Ηθικού. Δεν αμελεί, μάλιστα, να υπογραμμίσει το αξιοπρόσεχτο ποιητικό και υμνογραφικό χάρισμα του Μαΐστορα. Δίκαια, όπως τονίζει ο εισηγητής, καθιερώθηκε στη συνείδηση συγχρόνων και μεταγενεστέρων ως ένας των μεγαλυτέρων διδασκάλων μέσω της παγίωσης και της διάδοσης των συνθέσεών του, αλλά ας μην υπερτονίζεται η συμβολή του εις βάρος των προγενεστέρων του σοφών διδασκάλων, πάνω στα χνάρια των οποίων βάδισε.

Όλα τα παραπάνω, σαφώς, μπορούν μόνο να δικαιολογήσουν όλους εκείνους του χαρακτηρισμούς που συγκεντρώθηκαν γύρω από το πρόσωπο του και εγκωμιάζουν το έργο, αλλά, και την ζωή του. Ο μεταγενέστερός του, Μανουήλ Χρυσάφης, τον κοσμεί με πληθώρα επιθέτων, από «θαυμασιώτατος» και «χαριτώνυμος» μέχρι «μέγας διδάσκαλος», ενώ σε άλλο χειρόγραφο ανωνύμου συγγραφέως αποκαλείται από «μακαριώτατος» μέχρι και «Άγιος». Αυτή είναι η μοναδική αναφορά, όπως υπογραμμίζει ο ομιλητής, που χαρακτηρίζεται και ως Άγιος σε χειρόγραφο. Αυτό από την άλλη δεν εμπόδισε, όμως, την τέχνη της εικονογραφίας να τον απεικονίσει έτσι. Γι’ αυτόν τον λόγο παρουσιάζεται ως μελουργός και ψάλτης, ως πρίγκιπας, ως μοναχός και άλλες φορές, μάλιστα, ως συνυπάρχων αξιόλογων μορφών της Ψαλτικής Τέχνης, του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και του οσίου Γρηγορίου του Δομεστίκου.

Ο εισηγητής, πριν ολοκληρώσει τον λόγο του, διαλέγει να αναφερθεί επιγραμματικά, αλλά καθ’ όλα ολοκληρωμένα, σε ένα μείζων θέμα, που αφορά την καταγωγή του μεγάλου μεσαιωνικού συνθέτη. Κατ’ αρχάς, αναλύει την ζωή του Ιωάννη Κουκουζέλη σύμφωνα με την παλαιότερη πηγή του «Βίου» του, γραμμένη περί τα διακόσια χρόνια μετά την κοίμηση του, την οποία πιθανώς έχει γράψει κάποιος ημιμαθής Σλάβος, με σαφές κίνητρο τον εκβουλγαρισμό του συνθέτη. Αυτός, σύμφωνα με τον Γρ. Στάθη, παραθέτει μια σειρά γεγονότων της ζωής του Κουκουζέλη, που έχουν αρκετά μυθιστορηματικό χαρακτήρα και στοχεύουν  ξεκάθαρα στη διαμόρφωση της λανθασμένης ιδέας πως μπορεί να είχε σλαβική καταγωγή.

Ωστόσο, εύστοχα ο ομιλητής επιχειρηματολογεί περί της ελληνικότητας του ονόματος του συνθέτη, καθώς το «Κουκουζέλης» προέρχεται από την παραφθορά της λέξης «κουκούτζι», που χρησιμοποιούσαν ευρέως οι Ρωμηοί της εποχής, αλλά και το ελληνικότατο «Παπαδόπουλος», που υπογραμμίζει τη λευιτική του ρίζα.  Επιπλέον, ο Γρ. Στάθης καυτηριάζει το γεγονός της εσφαλμένης εντύπωσης για τον τίτλο του έργου του «η βουλγάρα», που δεν έχει εθνικό περιεχόμενο, αλλά προέρχεται από το ζωικό βασίλειο, όπως και τόσα άλλα μέλη της Ψαλτικής Τέχνης που τυχαίνει να τιτλοφορούνται με τον ίδιο τρόπο. Ομοίως, η καταγωγή του από το Δυρράχιο, που ήταν κτήση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, υποδηλώνει πως μόνον ελληνική παιδεία θα μπορούσε να λάβει, ενώ δεν λησμονείται η παραμονή του σε ελληνικό μοναστήρι, και όχι σε σλάβικο, που ακόμα και εκείνα αναφέρουν το όνομά του στις τοιχογραφίες με ελληνικούς χαρακτήρες.

Εν κατακλείδι, ο Γρ. Στάθης με τη συγκεκριμένη ομιλία του για την ζωή και το έργο του μεγάλου συνθέτη της Ψαλτικής Τέχνης απάντησε σε πολλά ερωτηματικά, όπως τον χρόνο δράσης του κι την καταγωγή του, και ανέδειξε ακόμα παραπάνω, το ήδη εξυψωμένο από τη φύση του, έργο του Μαΐστορος Ιωάννη Παπαδοπούλου του Κουκουζέλη.

Περίληψη του μεταπτυχιακού φοιτητή Βυζαντινής Μουσικολογίας Άγγελου Σέφκα πάνω στη μελέτη του Γρηγορίου Στάθη με τίτλο: «Ο Μαΐστωρ Ιωάννης Παπαδόπουλος ο Κουκουζέλης», 1986.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

"Ο επιβλέπων επί την γην..." (Ηχογράφηση)

"Ο επιβλέπων επί την γην..." (Ηχογράφηση)


Ο Χορός μας είναι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσει πως το project των ηχογραφήσεων του έργου του μεγάλου μουσουργού και μουσικολόγου έχει ήδη ξεκινήσει. Το πρώτο από τα έργα που θα ηχογραφηθούν είναι τα Ανοιξαντάριά του, σε ήχο πλάγιο του Δ'. Παρατίθεται ο στίχος "ο επιβλέπων επί την γην" σε ηχογράφηση που έλαβε χώρα κατά την πρόβα του συνόλου μας.


Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου (5ο Μέρος)


Από την εργασία του Άγγελου Σέφκα: 

Οι μεγάλοι Θεωρητικοί του Βυζαντίου και του Μεταβυζαντίου και τα κυρίως θέματά τους Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Χειμερινό Εξάμηνο του Ακαδημαϊκού Έτους 2017 - 2018).

Χρύσανθος εκ Μαδύτων


Ίσως η μεταβυζαντινή περίοδος να άφησε για το τέλος ένα από τα πιο ευωδιαστά λουλούδια της, τον Μητροπολίτη Προύσης ρύσανθο. Γράφει ο Χρύσανθος για τον εαυτό του στο Θεωρητικό του: «Οὗτος ἦν ἀπό τήν Μάδυτον, πόλιν κειμένην παρά τόν Ἑλλήσποντον· καί εἶναι μέλος τῶν τριῶν Διδασκάλων τῶν ἐφευρετῶν τήν νέαν Μέθοδον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς· καί διωρίσθη γενικῶς, ἵνα παραδίδῃ τό Θεωρητικόν μέρος αὐτῆς».

Ο Χρύσανθος41 γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αι., λογικά γύρω στο 1770 με 1780, και πέθανε στο μέσο περίπου του επόμενου αιώνα, ακριβέστερα το 1843. Ήταν πολύ καλός γνώστης της Βυζαντινής Μουσικής, ενώ γνώριζε και την Ευρωπαϊκή και την Αραβοπερσική. Ήταν δεξιοτέχνης στο νέι και στον ευρωπαϊκό πλαγίαυλο, το φλάουτο. Ήξερε, μάλιστα, πολύ καλά την λατινική και τη γαλλική γλώσσα.

Όταν πήγε στην Κωνσταντινούπολη έμαθε Βυζαντινή Μουσική στα πόδια του Πέτρου Βυζαντίου του Πρωτοψάλτου. Μάλιστα, με την χειροτονία του και τη λήψη του βαθμού του Αρχιμανδρίτου κατάφερε να επεξηγήσει σε μια δική του μουσική διάλεκτο πολλά κείμενα των αρχαίων μελοποιών. Αυτή του η ενέργεια αποτέλεσε τον πρόδρομο της Μεταρρύθμισης του 1814 - 1815, παρ’ ότι στην αρχή δεν την είδαν με αγαθή προαίρεση οι του Πατριαρχείου. Βλέποντας, όμως, την άμεση πρόοδο των μαθητών του, τον κάλεσαν ούτως ώστε να τελειοποιήσει τη μέθοδό του και να ξεκινήσει μεθοδικά τη διδασκαλία της. Αυτό έγινε μετά από ένα τυχαίο περιστατικό που καταγράφεται από τον Γεώργιο Παπαδόπουλο ως εξής: Κάποιοι οικοδόμοι από τη Μάδυτο που είχαν χρηματίσει μαθητές του Χρυσάνθου, ενώ έχτιζαν τον τελευταίο όροφο της οικείας του Μητροπολίτου Ηρακλείας Μελετίου, έψαλαν έντεχνα μαθήματα. Ακούγοντας τους ο Μητροπολίτης τους ρώτησε πως έμαθαν να ψάλλουν τόσο έντεχνα τα «δεινά» εκείνα μαθήματα και εκείνοι του αποκρίθηκαν πως αυτό οφειλόταν στον συμπατριώτη του Αρχιμανδρίτη, τότε, Χρύσανθο. Έτσι, ο Ιεράρχης αντιλαμβανόμενος την αδικία εις βάρος του Μαδυτινού ιερωμένου ενήργησε, ώστε να επιστρέψει στο Πατριαρχείο. 

Με την επιστροφή του στο Πατριαρχείο και με τη βοήθεια του τότε Λαμπαδαρίου, Γρηγορίου Λευιτίδου, και του μετέπειτα Χαρτοφύλακος, Χουρμούζη Γιαμαλή, ο Χρύσανθος τελειοποίησε το σύστημα του. Οι τρεις Διδάσκαλοι διορίσθηκαν στην Πατριαρχική Σχολή για να διδάξουν, με τον Χρύσανθο να αναλαμβάνει το μάθημα της Θεωρίας. Ως ανταμοιβή για το έργο του, στον Χρύσανθο δόθηκε το αρχιερατικό αξίωμα και ποιμαντορία της επαρχίας του Δυρραχίου. Επιδόθηκε με περίσσιο ζήλο στην διάδοση του νέου συστήματος, έως ότου τον κάλεσε η Μητέρα Εκκλησία να αναλάβει τη Μητρόπολη Σμύρνης και εν συνεχεία εκείνη της Προύσης, όπου και πέθανε.
Χρυσάνθου εκ Μαδύτων,
Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής,
Τεργέστη, 1832

Ο Χρύσανθος πριν τον θάνατό του κατάφερε να γράψει δύο θεωρητικά, ένα εισαγωγικό (1821) και ένα πλήρες (1832). Στα δύο αυτά έργα του αποτέλεσαν τη βάση για όλα τα σχεδόν τα μετέπειτα θεωρητικά. Αυτό άλλωστε ήταν λογικό, καθώς η νέα Μέθοδος είχε επικρατήσει και πέραν τούτου ο Χρύσανθος, όχι μόνο αποτελούσε αυθεντία ως ένας των εφευρετών, αλλά και τον πρώτο που κατέγραψε ένα πλήρες Θεωρητικό της Βυζαντινής Μουσικής, που καλύπτει σχεδόν κάθε πτυχή της Μουσικής. Εξίσου σημαντικό με το καθαρά θεωρητικό μέρος του Μεγάλου Θεωρητικού είναι και η πρώτη προσπάθεια συστηματικής συγγραφής ιστοριογραφικής μελέτης για την ελληνική μουσική, ψήγματα της οποίας βρίσκουμε έναν αιώνα πριν στον Κύριλλο Μαρμαρηνό.


Βιβλιογραφία:

Μ. Αλεξάνδρου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2016).
Θ. Γεωργιάδου, Η Νέα Μούσα, Συνοπτική, Ιστορική και Τεχνική Μουσική Μελέτη, (Κωνσταντινούπολη: Δημητριάδου, 1935).
Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εἰς τήν Ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, (Αθήνα: Κουτσουλίνου & Αθανασιάδου, 1890).
Χρυσάνθου, Εισαγωγή και Μέγα Θεωρητικόν της Μουσικής, (Αθήνα: Κουλτούρα, 2003).

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου (4ο Μέρος)



Από την εργασία του Άγγελου Σέφκα: 

Οι μεγάλοι Θεωρητικοί του Βυζαντίου και του Μεταβυζαντίου και τα κυρίως θέματά τους Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Χειμερινό Εξάμηνο του Ακαδημαϊκού Έτους 2017 - 2018).

Κύριλλος Μαρμαρηνός, Επίσκοπος Γάνου και Χώρας.


Ο Κύριλλος Μαρμαρηνός έζησε τον 18ο αι. και, πιο συγκεκριμένα, ήκμασε μεταξύ 1730 και 1760. Στα χειρόγραφα αναφέρεται άλλοτε ως πρώην Τήνου και άλλοτε ως Επίσκοπος Γάνου και Χώρας. Υπήρξε πολύ καλός γνώστης της Βυζαντινής και της Αραβοπερσικής Μουσικής παράλληλα, όσο λίγοι. Γεννήθηκε στη νήσο Προποντίδα και σύντομα απέκτησε φιλίες με τους Κωνσταντινοπολίτες μουσικούς. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Δανιήλ Πρωτοψάλτης, με τον οποίο συχνά συνέψαλαν. Δάσκαλος του στην Αραβοπερσική Μουσική υπήρξε ένας άλλος Πρωτοψάλτης, ο Παναγιώτης Χαλάτζογλους. 
Χειρόγραφο του Κυρίλλου Μαρμαρηνού
http://byzantine-music.gr/Theory/th_images/Marmarinos-ms.jpg
- Ημερ. Προσπέλασης: 25.09.2018

Ο Κύριλλος συνέθεσε πολλά μουσικά έργα, όπως χερουβικά και κοινωνικά. Ώστοσο, οι γνώσεις του στα δύο κυρίαρχα μουσικά είδη της Κωνσταντινούπολης, την Αραβοπερσική και τη Βυζαντινή Μουσική, τον κατέστησαν ως ένα μεγάλο θεωρητικό του αιώνα του, μέσω του συγγράμματος του: «Εἰσαγωγή μουσικῆς κατ’ ἐρωταπόκρισιν». Ο συγγραφέας διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους γράφει το εγχειρίδιό του, και δεν είναι άλλοι από το να κάνει πιο εύληπτη τη Θεωρία της Μουσικής. 

Για έναν μουσικολόγο, αυτό το πόνημα έχει διάφορους τρόπους ανάγνωσης. Αδιαμφισβήτητα, ο Κύριλλος κάνει όντως κατανοητά τα όσα επιλέγει να γράψει για μακάμια, σοχμπέδες, ουσούλια, νήμια, φθορές. Κάτι άλλο, όμως, το οποίο έχει εξίσου μεγάλη σημασία είναι και ένα κατάλογος ονομάτων μεγάλων μουσικών προσωπικοτήτων. Αυτός ο κατάλογος αποτελεί, αν μη τι άλλο, τη βάση της ιστοριογραφίας στον τομέα της Βυζαντινής Μουσικής.

Στο σύνολό του το έργο του Κυρίλλου Μαρμαρηνού αποτέλεσε ένα ισχυρό έρεισμα για πολλούς από τους μετέπειτα μεγάλους θεωρητικούς συγγραφείς. Για παράδειγμα, την μέθοδο των ερωταποκρίσεων την συναντά κανείς μετά από έναν και πλέον αιώνα στον Θεόδωρο Φωκαέα, τη σχέση Αραβοπερσικής και Βυζαντινής Μουσικής στον Πέτρο Κηλτζανίδη και μια μελέτη ιστοριογραφικής φύσης, από την αρχαία έως τη σύγχρονή του ελληνική μουσική, περίπου εκατό χρόνια αργότερα στο Θεωρητικό του Χρυσάνθου εκ Μαδύτων. Επομένως, δίκαια μπορεί ο Κύριλλος Μαρμαρηνός να συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλυτέρων θεωρητικών της μεταβυζαντινής εποχής.

Βιβλιογραφία:

Θ. Φωκαέως, Κρηπίς της Εκκλησιαστικής Μουσικής, κατά Θεωρίαν και Πράξιν, (Αθήνα: Όμιλος Ελληνικών Τεχνών, 2005). 
Π. Κηλτζανίδου, Μεθοδική Διδασκαλία Θεωρητική τε και Πρακτική προς εκμάθησιν και διάδοσιν του γνησίου Εξωτερικού Μέλους της καθ’ ημάς Ελληνικής Μουσικής κατ’ αντιπαράθεσιν προς την Αραβοπερσικήν, (Κώνσταντινούπολις: 1881).
Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εἰς τήν Ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, (Αθήνα: Κουτσουλίνου & Αθανασιάδου, 1890)
Χρυσάνθου, Εισαγωγή και Μέγα Θεωρητικόν της Μουσικής, (Αθήνα: Κουλτούρα, 2003).


Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου (3ο Μέρος)


Από την εργασία του Άγγελου Σέφκα: 

Οι μεγάλοι Θεωρητικοί του Βυζαντίου και του Μεταβυζαντίου και τα κυρίως θέματά τους Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Χειμερινό Εξάμηνο του Ακαδημαϊκού Έτους 2017 - 2018).

Μανουήλ ο Παλαιός Χρυσάφης
Μανουήλ ο Παλαιός Χρυσάφης
[εικόνα από:
Μ. Αλεξάνδρου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική,
(Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2016),
Μνημοτεχνικές Καρτέλες Ενδεικτικές Απαντήσεις,
Κεφάλαιο 6ο, Διαφάνεια 120.]

Η ευαγγελική ρύση, «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη», όπως ίσχυσε για τους αγίους Αποστόλους, που ο χαριτωμένος βίος τους υπέπιπτε στην αντίληψη όλων, σα να ήταν μια πόλη που βρίσκεται σε μια βουνοπλαγιά η οποία δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί, έτσι ισχύει και με το έργο του μεγάλου μελουργού, υμνογράφου και θεωρητικού Μανουήλ του Παλαιού Χρυσάφη.

Ο Μανουήλ Χρυσάφης γεννήθηκε το πρώτο μισό του 15ου αι., υποθετικά μεταξύ 1510 και 1520, στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης και πέθανε το γ’ τέταρτο του 15ου αι. Κατά καιρούς πολλοί τον παρουσιάζουν, μάλλον εσφαλμένα, ως Λαμπαδάριο της Αγίας Σοφίας, αν και στις περισσότερες ανθολογίες του συνήθως συναντούμε τον τίτλο του ως εξής: «λαμπαδάριος του εὐαγοῦς καί βασιλικοῦ κλήρου», τίτλος που επιβεβαιώνει και τη στενή σχέση του με τον Κωνσταντίνο ΙΑ’ τον Παλαιολόγο. Ο Μανουήλ μετά την Άλωση καταφεύγει στην Πελοπόννησο και αργότερα περνά στην Κρήτη. Επιπλέον, υπάρχουν μαρτυρίες για εγκατάστασή του στη Σερβία. Από τους επιφανέστερους μαθητές του υπήρξε ο Γεράσιμος Χαλκεόπουλος.

Ο Μανουήλ Χρυσάφης αποτελεί ορόσημο για τη μελουργία και θεωρία της Βυζαντινής Μουσικής, καθώς υπήρξε ο τελευταίος των Βυζαντινών και ταυτόχρονα ο εγκαινιαστής της μεταβυζαντινής περιόδου. Έμεινε κυρίως γνωστός από τα μεγάλα σε έκταση μελωδήματά στο Στιχηράριο και στο Μαθηματάριο. Ωστόσο, σε τίποτα δεν υπολείπεται η θεωρητική του συγγραφή με τίτλο: «Περί τῶν ἐνθεωρουμένων τῇ ψαλτικῇ τέχνῇ και ὧν φρονοῦσι κακῶς τινές περί αὐτῶν».

Στο θεωρητικό του εγχειρίδιο, ο Χρυσάφης φαίνεται πως κινείται γύρω από πολλά θέματα κυριότερα εκ των οποίων είναι ο σαφής διαχωρισμός των ειδών της μελοποιίας (ειρμολογικό, στιχηραρικό, παπαδικό), το θέμα των θέσεων ή φορμουλών αλλά και εκείνο των φθορών. Για παράδειγμα, σχολιάζει το φαινόμενο της παραλλαγής, το οποίο χαρακτηρίζει ως «τὸ εὐτελέστερόν τε τῶν ἐν αὐτῇ πάντων καὶ εὐκολώτατον». Επιπλέον, μελετά το χρωματικό ιδίωμα του πλαγίου του Β’ και της φθοράς του Νενανώ. Στο έργο αυτό γράφεται κάτω από το κριτικό βλέμμα του Μανουήλ, οποίος μάλιστα φαίνεται να αναπτύσσει και έναν πρώιμο μουσικολογικό προβληματισμό. 

Ας μην ξεχνάμε, πως αν η εποχή του Ιερομονάχου Γαβριήλ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν δύσκολη και αγωνιώδης, για τον Μανουήλ Χρυσάφη ήταν μια εποχή μοναξιάς και φόβου, καθώς ένοιωθε ως ο τελευταίος γνώστης της Τέχνης αυτής και αγωνίστηκε να την διασώσει καταγράφοντας τα πολλά έργα, αλλά και να την διαδώσει παράλληλα, όπως έκανε στην Κρήτη και στη Σερβία.

Βιβλιογραφία:

Wikisource, λήμμα: «Περί των ενθεωρουμένων τη ψαλτική τέχνη και ων φρονούσι κακώς τινες περί αυτών».
Μ. Αλεξάνδρου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2016), 89.
Σεβ. Μαζέρα, «Βιοεργογραφίες Μελουργών», στο Μαθηματάριον: Ερμηνευτική και Μουσικολογική Σπουδή, (Αθήνα: Κων/νος Σκαρμούτσος - Ι. Μ. Παρακλήτου Ωροπού Αττικής, 2017), 505 - 536 : 509 - 511.
Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εἰς τήν Ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, (Αθήνα: Κουτσουλίνου & Αθανασιάδου, 1890), 275, 278, 507.
Χρυσάνθου, Εισαγωγή και Μέγα Θεωρητικόν της Μουσικής, (Αθήνα: Κουλτούρα, 2003), ΧΧΧΙΧ.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου

Αφιέρωμα στους Μεγάλους Θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου (1ο Μέρος)


Από την εργασία του Άγγελου Σέφκα: 

Οι μεγάλοι Θεωρητικοί του Βυζαντίου και του Μεταβυζαντίου και τα κυρίως θέματά τους Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Χειμερινό Εξάμηνο του Ακαδημαϊκού Έτους 2017 - 2018).

Εισαγωγικά

Μια τέχνη που η ηλικία της κοντεύει τα δύο χιλιάδες έτη σίγουρα έχει γνωρίσει στιγμές ακμής και παρακμής, στις οποίες την οδήγησαν πρόσωπα ή γεγονότα. Έτσι, συμβαίνει και με τη Βυζαντινή Μουσική. Μουσικοί νόες μεγάλου βεληνεκούς υπήρξαν υπεύθυνοι για το άγγιγμα του ναδίρ της. Βέβαια, ποιος μπορεί να αριθμήσει το πλήθος τόσων και τόσων σπουδαίων ανδρών και ποίους από αυτούς να ξεχωρίσει; Και μόνο κάποια ονόματα όπως των Αγιοπολιτών, του Οσίου Ιωάννου του Κουκουζέλους, του Μιχαήλ Βλεμύδου, του Ιωάννου Πλουσιαδηνού, του Ακακίου Φαλκεοπούλου, του Αποστόλου Κώνστα και τόσων άλλων προκαλούν δέος. Ενδεικτικά, με χρονικά και συγγραφικά κριτήρια, παρουσιάζονται στις παρακάτω σελίδες πέντε από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του Βυζαντίου και Μεταβυζαντίου επιδεικνύοντας το έργο και την προσφορά τους στην «Τέχνη του Δαμασκηνού».


Μανουήλ Βρυέννιος


Η αρχή των «Ἁρμονικῶν»
του Μανουήλ Βρυέννιου.
Ο Εμμανουήλ ή, επί το χαριέστερον, Μανουήλ Βρυέννιος υπήρξε «ὁ ἐξοχώτερος τῶν θεωρητικῶν διδασκάλων τῆς μουσικῆς κατά τόν Μεσαίωνα», και συνάμα εξαιρετικός μαθηματικός και αστρονόμος. Γεννήθηκε περί το 1275 στην Κωνσταντινούπολη και η μεγάλη ακμή του σημειώνεται από το 1320 έως τον θάνατό του, το 1340. Αν και το οικογενειακό όνομα «Βρυέννιος» έχει συνδεθεί με πολιτικούς του Βυζαντινίου, ο Μανουήλ δε φαίνεται να έχει κάποια σχέση με αυτούς. Ήδη, από το 1300 δίδασκε σε μεγάλη σχολή της πρωτεύουσας, στην οποία διετέλεσε σχολάρχης. Μαθητής του στο μάθημα της Αστρονομίας εχρημάτισε ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο μετέπειτα Μέγας Λογοθέτης του Ανδρονίκου Β’ του Παλαιολόγου, ενώ ο ίδιος ο Βρυέννιος υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Μιχαήλ Η’ του Παλαιολόγου (1223 - 1282).


Ο Μανουήλ Βρυέννιος στηρίχθηκε στις μελέτες και τη διδασκαλία του στον σύγχρονό του Γεώργιο Παχυμέρη (1242 – περ. 1310), αλλά πολύ περισσότερο στους Αλεξανδρινούς μουσικο-μαθηματικούς της ύστερης αρχαιότητας, όπως ο Πτολεμαίος, ο Κοϊντιλιανός ή ο Ευκλείδης. Η επιρροή του φαίνεται ξεκάθαρα στο έργο του «Ἁρμονικά», το οποίο είναι και το μοναδικό του έργο που έχει διασωθεί. Μάλιστα, μεταφράστηκε στα λατινικά και εκδόθηκε ως τρίτομο έργο αρκετά χρόνια αργότερα από τη συγγραφή του. 

Το μεγάλο του αυτό έργο, τα «Ἁρμονικά», αποτελεί μια πραγματική γέφυρα μεταξύ αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής μουσικής. Ο Μανουήλ Βρυέννιος παραθέτει μια πληθώρα κοινών τόπων, δείγμα της άμεσης συγγένειας των δύο μουσικών κόσμων. Φροντίζει να σχολιάσει τυχόν διαφορές πως οφείλονται στην εξέλιξη της μουσικής, ενώ άλλες φορές δε διστάζει να παρουσιάσει και δικές του απόψεις. 

Ειδικότερα ανάμεσα στα όσα υπογραμμίζει ως ομοιότητες μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης προς αυτόν μουσικής είναι: τα τρία γένη, οι οκτώ ήχοι και η διάκριση τους σε κύριους και πλάγιους, η διαίρεση του τόνου, το φαινόμενο της δις διαπασών κλίμακας κ.α. Επιπλέον, διαβάζοντας κανείς τα «Ἁρμονικά» μπορεί εύκολα να διαπιστώσει την «αρχαΐζουσα» στροφή του συγγράμματος, καθώς ο συγγραφέας σχετίζει την αρχαιοελληνική με τη βυζαντινή μουσική σε επιστημονικό και ιστορικό επίπεδο, αποδεικνύοντας την θυγατρικότητα της δεύτερης μέσω της εξέλιξης.


Βιβλιογραφία


J. Freely, Flame of Miletus: The Birth of Science in Ancient Greece (and How it Changed the World), (London & N. York: I. B. Tauris, 2012), 176. 
E. Nicolaidis, Science and Eastern Orthodoxy: From the Greek Fathers to the Age of Globalization, (Baltimore: The John Hopkins University Press, 2011), 26.
Wikipedia, λήμμα «Γεώργιος Παχυμέρης» (ημερ. προσπέλασης: 14.02.2018)
Wikipedia, λήμμα «Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος» (ημερ. προσπέλασης: 14.02.2018)
Μ. Αλεξάνδρου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2016), 67, 68.
Θ. Γεωργιάδου, Η Νέα Μούσα, Συνοπτική, Ιστορική και Τεχνική Μουσική Μελέτη, (Κωνσταντινούπολη: Τύποις Μάρκου Δημητριάδου, 1935), 48.
Γ. Παπαδοπούλου, Συμβολαί εἰς τήν Ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, (Αθήνα: Κουτσουλίνου & Αθανασιάδου, 1890), 275, 507.